επιστροφή
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ
Η ΕΚΛΕΙΨΗ - L' ECLISSE


Σκηνοθεσία: Μικελάντζελο Αντονιόνι
Σενάριο: Μικελάντζελο Αντονιόνι, Τονίνο Γκουέρα
Ηθοποιοί: Μόνικα Βίτι, Αλέν Ντελόν, Φρανσίσκο Ραμπάλ
Φωτογραφία: Τζάνι Ντι Βενάντζο
Μουσική: Τζοβάνι Φούσκο
Μοντάζ: Εράλμπο Ντα Ρόμα
Χώρα: Ιταλία  (Ασπρόμαυρη)
Διάρκεια: 123΄

Πρώτη προβολή: Ώρα 8.00 μ.μ.
Δεύτερη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

Βραβεία: Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής
Φεστιβάλ Καννών 1962.

Το αριστούργημα του Αντονιόνι.
Το τρίτο μέρος της τριλογίας που ξεκίνησε με την "Περιπέτεια" και συνεχίστηκε με τη "Νύχτα".

Επανέκδοση μιας αριστουργηματικής ταινίας, τρίτου μέρους μιας τριλογίας, γύρω από τη μοναξιά και την έκλειψη των αισθημάτων σε μια αποξενωμένη, αστική κοινωνία. Έξοχη η ερμηνεία της Μόνικα Βίτι.

Σε μία περίοδο που ο ιταλικός νεορεαλισμός είχε αρxiσει vα αφανίζεται και όπου σκηνοθέτες όπως ο Φελίνι και ο Βισκόντι είχαν  στραφεί σε έναν διαφορετικό κινηματογράφο, ο Μικελάντζελο Αντονιόνι με την εκπληκτική τριλογία του ("η περιπέτεια", "Η νύχτα" και " Η έκλειψη") άνοιγε νέους δρόμους σ' έναν βαθύτερο ρεαλισμό, έναν ρεαλισμό βασισμένο στα αισθήματα και στις σχέσεις. Η σχετικά απλή ιστορία της "Έκλειψης", που προβάλλεται σε επανέκδοση, εκτυλίσσεται στη Ρώμη της δεκαετίας του '60. Πρωταγωνίστρια είναι η Βιτόρια (Μόνικα Βίτι), μια μεταφράστρια που όταν αρχίζει η ταινία διακόπτει τη σχέση της με τον φίλο της. Οι περιπλανήσεις της θα την οδηγήσουν στο χρηματιστήριο, όπου θα γνωρίσει τον χρηματιστή Πιέρο (Αλέν Ντελόν) και ύστερα από αμφιταλαντεύσεις θ' αρχίσει μια ερωτική σχέση μαζί του, που όμως την οδηγεί στα ίδια αδιέξοδα.
Ο ρεαλισμός του Αντονιόνι έχει βαθύτερες, μαρξιστικές βάσεις που ο σκηνοθέτης υποβάλλει από τα πρώτα κιόλας πλάνα της ταινίας, όταν η Βιτόρια, φεύγοντας από το διαμέρισμα του πρώην εραστή της, βγαίνει σ' ένα τοπίο όπου δεσπόζει ένα παράξενο κτίριο στο σχήμα του μανιταριού της ατομικής βόμβας. Αναφορά στην ατομική βόμβα γίνεται και μέσα από το πρωτοσέλιδο εφημερίδας που διαβάζει σε κάποια στιγμή ένα από τα πρόσωπα της ταινίας, ενώ το τελευταίο πλάνο της ταινίας, με το φως που δυναμώνει εκτυφλωτικά, θυμίζει ατομική έκρηξη. Η αναφορά σε μια πυρηνική καταστροφή έχει ουσιαστική σημασία στην ταινία.
Ο Αντονιόνι παραλληλίζει την έλλειψη (ή, πιο σωστά την έκλειψη) των αισθημάτων με μια πυρηνική καταστροφή - οι χαρακτήρες του, ιδιαίτερα η Βιτόρια, κινούνται σε χώρους ουσιαστικά έρημους, άδειους από ανθρώπινες υπάρξεις, όπως το τονίζει στα τελευταία, εκπληκτικά δέκα λεπτά της ταινίας, με πλάνα όπου ο άνθρωπος βασικά απουσιάζει (σκηνές που στην πρώτη προβολή τους στις Κάνες, όπου είχαμε την τύχη να παρευρεθούμε, σόκαραν την "επίσημη" κριτική που γιουχάισε την ταινία). Ταυτόχρονα, κάνει σχόλιο ανάμεσα στην υπερσύγχρονη τεχνολογικά εποχή και την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να βρει λύσεις στα αισθηματικά του προβλήματα.
Μια εικαστικά λαμπρή ταινία, όπου το κάθε τι είναι επιλεγμένο με φροντίδα και έμπνευση: από τους εξωτερικούς χώρους και τα κτίρια μέχρι τα εσωτερικά με τα έπιπλα και τους φωτισμούς (η ατμοσφαιρική, μαυρόασπρη φωτογραφία είναι του εξαιρετικού καμεραμάν Τζάνι ντι Βενάντζο), με σκηνές που μένουν χαραγμένες στη μνήμη του θεατή.
Εκτός από το θαυμάσιο φινάλε, αξίζει ν' αναφέρω τη σκηνή με τη Βιτόρια να χορεύει ένα "αφρικανικό χορό" στο σπίτι μιας φίλης, καθώς και τις σκηνές του χρηματιστηρίου, με το συνεχές βουητό και την ασταμάτητη κίνηση (αναφορά στην τρέλα που κυριαρχεί σε μια καπιταλιστική κοινωνία). Με την "Έκλειψη", ο Αντονιόνι φτιάχνει μία από τις πιο ώριμες και σημαντικές ταινίες του, από τα μεγάλα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου που και σήμερα δεν έχει χάσει τη φρεσκάδα κα τη δύναμή του.
Ν. Φ. ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/7/06

Η «Εκλειψη» είναι ένα φωτεινό ορόσημο του ευρωπαϊκού Κινηματογράφου στις αρχές της δεκαετίας του '60. Ο  Μικελάντζελο Αντονιόνι με τις ασπρόμαυρες εικόνες της σφράγισε την τριλογία της αποξένωσης το 1962 (είχαν προηγηθεί η "Περιπέτεια" και η "Νύχτα", το 1959 και το 1960 αντίστοιχα) και ήρθε ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό που, λίγο μετά, θα αποκληθεί μοντέρνο σινεμά. Η "Έκλειψη" είναι το πορτρέτο μιας γυναίκας και ταυτοχρόνως μια περιπλάνηση, με στυλ και άριστη αίσθηση οικονομίας του λόγου, σε ένα κόσμο όπου κυριαρχούν η ρευστότητα και η αβεβαιότητα των συναισθημάτων. Είναι το όμορφο πρόσωπο της Μόνικα Βίτι, το οποίο μοιάζει με ένα λαμπερό πλανήτη που βγαίνει ξαφνικά από την τροχιά του και χάνεται στο άγνωστο.
Η πλοκή της "Έκλειψης" είναι λιτή, απλωμένη σε ένα ρεαλιστικό σκηνικό όπως και στις δύο προηγούμενες ταινίες της τριλογίας, και το κεντρικό πρόσωπό της προέρχεται από την τάξη των αστών του ιταλικού Βορά, που είναι οικεία στον σκηνοθέτη. Η ιστορία ξεκινάει με μια νέα γυναίκα, τη Βιτόρια, η οποία συνειδητοποιεί το χάσμα που τη χωρίζει από τον εραστή  της, τον ώριμο Ρικάρντο. Τους παρακολουθούμε σε ένα διαμέρισμα, στη διάρκεια μιας χαρακτηριστικής αντονιονικής σκηνής που το κέντρο βάρους της μετατοπίζεται αργά από το διάλογο και τη δράση στην ηχητική μπάντα για να υπογραμμιστούν η σιωπή και το υπαρξιακό κενό των προσώπων (ο ήχος ενός ανεμιστήρα αποκτά σημαντικό ρόλο στη δραματουργία, διακόπτει τη ρεαλιστική αφήγηση δημιουργώντας μια ρωγμή για να τονιστεί η σιωπή και να φανεί ο ψυχολογικός κόσμος των ηρώων). Κατόπιν τους βλέπουμε σε ένα δρόμο, όπου διακόπτεται η σχέση τους. Η Βιτόρια, στη συνέχεια, περιπλανιέται άσκοπα, σαν ξένη σε ένα άγνωστο κόσμο. Κάποια στιγμή μπαίνει στη θορυβώδη αίθουσα συνεδριάσεων του χρηματιστηρίου και φλερτάρει με ένα νεαρό χρηματιστή, τον κυνικό Πιέρο. Ο Αντονιόνι μέχρι το τέλος της ταινίας παρακολουθεί και τους δυο στις δημόσιες και ιδιωτικές συναντήσεις τους και καταγράφει με ακρίβεια τις ψυχολογικές αντιδράσεις της ηρωίδας του.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά η "Έκλειψη" παραμένει μια γοητευτική ταινία. Διαυγή ως προς τις αναζητήσεις που αφορούν τη φόρμα. Συμπαγής σε ό,τι αφορά την περιγραφή της αλλοτρίωσης, του συναισθηματικού κενού του και της μοναξιάς του σύγχρονου ανθρώπου. Θα μπορούσε να έχει γυριστεί σήμερα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 13/7/06

ΜΙΚΕΛΑΝΤΖΕΛΟ ΑΝΤΟΝΙΟΝΙ
Γεννήθηκε στη Φερράρα στις 29 Σεπτεμβρίου 1912. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες, αλλά στράφηκε στο θέατρο και το σινεμά. Δούλεψε αρχικά ως βοηθός σκηνοθέτη και σεναριογράφος και το 1943 ξεκίνησε τη σκηνοθετική του καριέρα ως ντοκυμανταιρίστας. Ύστερα από ορισμένα έργα που βρίσκονται στα όρια του νεορεαλισμού (κι όπου το θέμα της αυτοκτονίας κατέχει κεντρική θέση), ο Αντονιόνι επιχειρεί με την τριλογία του “Περιπέτεια”, “Νύχτα” και “Έκλειψη” μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της αλλοτρίωσης στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία, της αδυναμίας επικοινωνίας και της έκλειψης των συναισθημάτων, που οδηγούν σταδιακά τις γυναίκες - ηρωίδες του στη σχιζοφρένεια. Με τις ταινίες αυτές, που χαρακτηρίζονται από μια μοντέρνα αντίληψη του χωρόχρονου ο Αντονιόνι γίνεται το σύμβολο της σύγχρονης πρωτοπορίας, κάτι που θα επιβεβαιώσει και στα επόμενα έργα του. Με το “Μπλόου απ” ξεκινά μια διεθνή καριέρα που θα περάσει από διάφορες αμφιταλαντεύσεις. Τα τελευταία χρόνια γυρνά ελάχιστα, δεν σταμάτησε όμως να πειραματίζεται, όπως με το βίντεο στα "Μυστήρια του Όμπερβαλντ", που γυρίστηκε για την τηλεόραση.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Διάφορα ντοκυμαντέρ (1943-1955), Το χρονικό μιας αγάπης (1950), Οι νικημένοι, Η κυρία χωρίς καμέλιες, σκετς στο Έρωτας στην πόλη (1953), Οι φίλες (1955), Η κραυγή (1957), Η περιπέτεια (1960), Η νύχτα (1961), Η έκλειψη (1962), Η κόκκινη έρημος (1964), σκέτς στο I tre volti (1965), Μπλόου απ (1966), Ζαμπρίνσκι Πόιντ (1970), Η Κίνα (1971), Επάγγελμα: ρεπόρτερ (1975), Η ταυτότητα μιας γυναίκας (1982), Kumbla Mela (1989), 12 registi per 12 citta (1989), Noto, Mandorli, Vulcano, Stromboli, Carnevale (1993), Al di la delle nuvole (1995), Il Filo pericoloso delle cose (2001), Lo Sguardo di Michelangelo,(2004), Eros (2004)