επιστροφή
Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
PROSHCHANIE S MATYOROY


Σκηνοθεσία: Έλεμ Κλίμοφ
Σενάριο: Λαρίσα Σεπίτκο, Ρούντολφ Τούριν και Γκέρμαν Κλίμοφ.
Ηθοποιοί: Στεφανία Στανιούτα, Λεφ Ντούροφ, Αλεξέι Πετρένκο, Βαντίμ Γιακονένκο.
Φωτογραφία: Αλεξέι Ροντιόνοφ και Γιούρι Σχιρτλάντζε με τη συμμετοχή του Σεργκέι Ταράσκιν
Χώρα: Σοβιετική Ένωση (Έγχρωμη)
Διάρκεια: 130΄

Πρώτη προβολή: Ώρα 8.00 μ.μ.
Δεύτερη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

"Παντού σ’ όλον τον κόσμο καταστρέφουμε τη φύση, κι είναι σαν να καταστρέφουμε την ίδια την ψυχή μας”. Με τούτη τη διακήρυξη αρχών, ο Κλίμοφ καταγγέλλει τις καταστροφικές πλευρές της προόδου, την οποία βέβαια δεν αρνείται, αλλά παρατηρεί ότι η υλική πρόοδος του ανθρώπου δεν συμβαδίζει με την ηθική.

Ο Κλίμοφ φτιάχνει εικόνες οπτικά συναρπαστικές, χρησιμοποιώντας το φως αλλά και την ομίχλη, τον καπνό, τη βροχή και πάνω απ’ όλα τη φωτιά, με εξαιρετική μαεστρία, δίνοντάς τους μια δύναμη κι ένα λυρισμό που καταφέρνουν να μας συναρπάσουν και να μας καθηλώσουν στη θέση μας.

Αν η υλική πρόοδος δεν συμβαδίζει αρμονικά με την πολιτιστική ανάπτυξη, τότε ο ανθρωπος θα πριονίζει ασταμάτητα τις ρίζες του. Θα χειρίζεται τους κομπιούτερς χωρίς να διαθέτει δράμι μυαλού.

Τούτη η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του Έλεμ Κλίμοφ επρόκειτο να γυριστεί από τη γυναίκα του Λαρίσα Σεπτίκο, που είχε γράψει το σενάριο κι ετοίμαζε την παραγωγή όταν πέθανε σε δυστύχημα. Μετά την πραγματοποίησή της το 1981, η ταινία είχε “μπλοκαριστεί” και πρωτοπροβλήθηκε μόλις το 1985.
Η υποτιθέμενη αναγκαιότητα της προόδου αναστατώνει συχνά την παράδοση και τη φυσική ισορροπία. Αυτό είναι το θέμα του "Αποχαιρετισμού", που μιλά για την υποχρεωτική εκκένωση ενός χωριού, που πρόκειται να σκεπασθεί από τα νερά ενός υπό κατασκευήν φράγματος. Πρόκειται για ένα τυπικό χωριό της Σιβηρίας, με ξύλινα σπίτια λαμπρά διακοσμημένα, που βρίσκεται σ’ ένα θαυμάσιο τοπίο από δάση και λίμνες, στις όχθες του ποταμού Άνγκαρα. Οι χωρικοί διάγουν εκεί μια ζωή σύμφωνα με μια πανάρχαια πατριαρχική παράδοση. Και να που φθάνει το συνεργείο των κατεδαφιστών, που ξεπροβάλλουν σαν φαντάσματα με τα διαφανή αδιάβροχά τους μέσα στην πρωινή ομίχλη. Τούτη η εναρκτήρια σεκάνς, γυρισμένη σε σχεδόν ασπρόμαυρη μονοχρωμία, δίνει την αίσθηση, σύμφωνα με τα λόγια του σκηνοθέτη “ότι ξεπροβάλλουν ιερά πρόσωπα από το Βασίλειο των νεκρών”. Κι ο δημιουργός συμπληρώνει ότι “παντού σ’ όλον τον κόσμο καταστρέφουμε τη φύση, κι είναι σαν να καταστρέφουμε την ίδια την ψυχή μας”.
Έστω κι αν οι σοβιετικοί σκηνοθέτες είναι οι τελευταίοι άνθρωποι στον κόσμο που μιλούν ακόμα για την ψυχή, παρατηρούμε στις διακηρύξεις του Κλίμοφ τα σημάδια ενός μυστικισμού (όπως και στον Ταρκόφσκι) που είναι ίσως ένα από τα βαθιά χαρακτηριστικά της σοβιετικής ψυχής: η πίστη (όπως στον Τσέχοφ) ότι ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει σε αρμονία με τη φύση, αντί να την χλευάζει, η βεβαιότητα επίσης (όπως στον Ντοστογιέφσκι) ότι υπάρχουν αξίες που δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε, και τέλος το συνεχές ερώτημα για το νόημα της ζωής: Πώς πρέπει να ζούμε; Είναι αυτό το σχεδόν μεταφυσικό (υπαρξιακό και ηθικό) μπαγκράουντ που κάνει την ταινία να είναι τόσο γοητευτική, πέρα από την ίδια την περιπέτεια της ιστορίας που μας παρουσιάζεται σαν την προφανή μεταφορά της καταστροφής ενός πράγματος που δεν πρέπει, δεν μπορεί να πεθάνει.
Έτσι, όταν το συνεργείο προσπαθεί να ρίξει ένα μεγάλο αιωνόβιο δέντρο, αυτό αντιστέκεται βογκώντας σαν ανθρώπινο όν (με τη βοήθεια της κατάλληλης μουσικής): η φύση μοιράζεται τη θλίψη των ανθρώπων σ’ αυτό το συμβολικό σημείο. Τα παιδιά φεύγουν χωρίς πρόβλημα για ένα νέο μέλλον, οι μεγάλοι υποτάσσονται λίγο - πολύ στην αναγκαιότητα της μετακόμισής τους (θα πάνε σε νέα κτίρια, όπου θα έχουν όλες τις σύγχρονες ανέσεις) και μόνο οι γέροι γαντζώνονται τραγικά, στην παράδοση μιας ολόκληρης ζωής που δεν θέλουν να αφήσουν. Η γριά, που ενσαρκώνει την αντίστασή τους, επισκέπτεται για τελευταία φορά τον τάφο των προγόνων κι έρχεται σ’ επαφή με την παρθένα φύση, προτού πλύνει και διακοσμήσει το σπίτι της, που στη συνέχεια θα κάψει με μια απολυτρωτική φωτιά (όπως και το μεγάλο δένδρο, που το τρακτέρ δεν κατάφερε να ξεριζώσει). Στο τέλος, το πλοιάριο του υπεύθυνου για την εκκένωση του χωριού βρίσκεται χαμένο μέσα στην ομίχλη, λες κι η φύση προσπαθεί ν’ αποτρέψει το αναπόφευκτο.
Τελείως επίκαιρη η προβληματική της ταινίας, μας επιβάλλεται με τη συμβολική απεικόνιση μιας κατάστασης, που ισχύει για όλους τους τόπους και τους χρόνους. Θαυμάσια δουλειά ενός μεγάλου σκηνοθέτη, που συνοδεύεται από μια εξαίρετη φωτογραφία και μουσική υπόκρουση, η οποία δίνει μια λυρική και αντιστικτική διάσταση στην πνευματική και γήινη ταυτόχρονα ατμόσφαιρα της παραβολής.
ΜΑΡΣΕΛ ΜΑΝΤΕ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “REVUE DU CINEMA”

Βασισμένη στο λαϊκό μυθιστόρημα “Αποχαιρετισμός στο Ματιόρα” του Βαλεντίν Ρασπούτιν, η ταινία αυτή του Έλεμ Κλίμοφ (το γύρισμά της άρχισε η γυναίκα του, Λαρίσα Σεπίτκο, που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα) κλείστηκε, όπως τόσες άλλες, για ένα διάστημα, στα ντουλάπια των γραφειοκρατών της σοβιετικής κινηματογραφίας, πριν τελικά επιτραπεί η προβολή της, στο πνεύμα της πολιτικής της “γκλάσνοστ”. Θέμα της, το παλιό ενάντια στο καινούργιο, το παρελθόν ενάντια στο μέλλον, η φύση ενάντια στον “πολιτισμό”, οι παραδόσεις ενάντια στη σύγχρονη τεχνολογία. Επίκεντρο της ταινίας, ένα μικρό χωριό, το Ματιόρα, στη μέση ενός μικρού νησιού στη Σιβηρία, που πρόκειται να πλημμυρίσει από το νερό, όπως και η γύρω περιοχή, εξαιτίας ενός υδροηλεκτρικού σταθμού που φτιάχνει το κράτος.
Στους κατοίκους προσφέρονται νέα σπίτια σε άλλη περιοχή κι αν οι νεότεροι είναι πρόθυμοι να μεταφερθούν, οι πιο γέροι δεν θέλουν να εγκαταλείψουν το “πάτριον έδαφος” τη γη με την οποία είναι δεμένοι, που αποτελεί πια μέρος της προσωπικότητάς τους. Η ηρωίδα, μια γριά γυναίκα, έχει σχεδόν μια μυστικιστική σχέση με το χώρο: τη γη, τα δέντρα, το ξύλινο σπίτι της (σε μια πραγματικά αξέχαστη σκηνή θα το πλύνει και θα το στολίσει όπως ένα νεκρό, πριν του βάλει φωτιά και το παρακολουθήσει να καταστρέφεται). Αυτό που ενδιαφέρει βασικά τον Κλίμοφ είναι να τονίσει την ανάγκη του ανθρώπου να ζει σε αρμονία με τη φύση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που αυτό έχει γίνει πολύ επιτακτικό (στο νου έρχεται η επίσης θαυμάσια ταινία “Ουζαλά” του Κουροσάβα), χωρίς να είναι αναγκασμένος να θυσιάσει τις παραδόσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις για χάρη κάποιου ψευτοπολιτισμού και κάποιας προόδου - άποψη ίσως συντηρητική για μια χώρα όπως η Σοβιετική Ένωση.
Ο Κλίμοφ φτιάχνει εικόνες οπτικά συναρπαστικές, χρησιμοποιώντας το φως αλλά και την ομίχλη, τον καπνό, τη βροχή και πάνω απ’ όλα τη φωτιά, με εξαιρετική μαεστρία, δίνοντάς τους μια δύναμη κι ένα λυρισμό που φέρνουν στο νου τον κλασικό σοβιετικό κινηματογράφο, αν και ο τρόπος χρησιμοποίησής τους είναι εντελώς μοντέρνος. Ο συμβολισμός, η μεταφορά, η αλληγορία, όπως και στην πιο πρόσφατη ταινία του, “Έλα να δεις”, που προβλήθηκε στο αφιέρωμα στη “σοβιετική περεστρόικα”, αποκτούν εδώ καινούργια σημασία καταφέρνοντας να μας συναρπάσουν και να μας καθηλώσουν στη θέση μας.
Ν.Φ. ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 4/3/88

Και δεύτερος Σοβιετικός σκηνοθέτης αυτή τη βδομάδα. Ίσως ο σημαντικότερος όλων των σημερινών, μετά το κενό που άφησε ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Ο Έλεμ Κλίμοφ. Κρίμα που δεν προβλήθηκε, με ευρύτερη διανομή η καθηλωτική του δημιουργία “Έλα να δεις”. Ένα φιλμ τόσο βιωματικό, ώστε ο θεατής να εξεγείρεται, δεχόμενος ασταμάτητες ριπές από τις κανιβαλικές αγριότητες των Ναζί. Πρώτη φορά ο σοβιετικός κινηματογράφος γρονθοκόπησε, τόσο ανελέητα την εφησυχασμένη συνείδηση του θεατή, σε “αντιπολεμική” ταινία.
Ο “Αποχαιρετισμός” που προβάλλεται στην “Αλκυονίδα” είναι η πέμπτη ταινία του Κλίμοφ, γυρισμένη πριν από το “Έλα να δεις”, το 1981. Επρόκειτο να σκηνοθετηθεί από τη γυναίκα του Κλίμοφ, την Λαρίσα Σεπίτκο (“Η άνοδος”). Όμως ένα τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα ήταν το μοιραίο τραγικό “πλάνο” της Σεπίτκο. Ο Κλίμοφ λοιπόν, ανέλαβε τη σκηνοθεσία γιατί το εγχείρημα δεν έπρεπε να σταματήσει με τίποτα. Ο λόγος ήταν απλός: Με τον “Αποχαιρετισμό” ο σοβιετικός κινηματογράφος επιχειρεί να “συλλάβει” το οικουμενικό πρόβλημα της οικολογίας με τις ευρύτερες φιλοσοφικές του διαστάσεις. Οι κάτοικοι του χωριού - νησιού Ματιόρα υποχρεώνονται να αποχαιρετήσουν για πάντα τον τόπο τους για χάρη της υποτιθέμενης αναγκαιότητας της προόδου. Το νησί θα σκεπαστεί από το νερό, θα κατασκευαστεί μια τεχνητή λίμνη και ο ηλεκτρισμός θα φωτίσει και την παραμικρή σπιθαμή σοβιετικής γης. Με ποιόν λοιπόν είναι ο Κλίμοφ; Με την παράδοση ή με την πρόοδο; Με τους γέροντες ή με τους νέους; Με τη φύση ή με τον ηλεκτρισμό; Όλα αυτά είναι ψευδο-διλήμματα. Δεν μπορείς να οικοδομείς πάνω στα ερείπια του φυσικού περιβάλλοντος. Είναι σαν να διαπαιδαγωγείς ανθρώπους με καταστραμένες “ψυχές”.
Ο κινηματογράφος του Κλίμοφ αναπτύσσεται με διαρκείς αντιθέσεις και συγκρούσεις. Από τα κάτω προς τα πάνω. Από τα πιο μικρά μέχρι τα μεγάλα, τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις των ιδεών. Κάθε σκηνή του αξονάρεται και κλιμακώνεται με βάση αυτό το μηχανισμό. Οι γέροντες παραπέμπουν στην ιστορία και στις ρίζες του τόπου και ταυτόχρονα αναιρούν τη ...βιολογία τους αφού καταφέρνουν και αναζωογονούν, με τη δραστήρια παρουσία τους, τον τόπο. Το αιωνόβιο δέντρο αντιστέκεται στο πριόνι (στη βία) της... προόδου. Το συνεργείο των κατεδαφιστών που ξεπροβάλλουν σαν φαντάσματα (η αρχική σκηνή της ταινίας που φαντάζει σαν εικόνα επιστημονικής φαντασίας). Το οργιαστικό γλέντι στο οποίο αναμιγνύεται, μουσικά, το παλιό με το νέο. Άλλωστε αυτή είναι η “κατεύθυνση” του Κλίμοφ. Η σχέση του παλιού με το νέο. Η ασταμάτητη “συνομιλία” και επαφή τους μέσα από την οποία θα οικοδομηθεί το αύριο.
Δ. ΔΑΝΙΚΑΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 4/3/88

Είναι η πιο σημαντική ταινία της εβδομάδας της Σοβιετικής Περεστρόικα, που οργανώθηκε στην αρχή της σεζόν και τώρα βγαίνει σε κανονική προβολή. Την υπογράφει ο Έλεμ Κλίμοφ, από τους διασημότερους σήμερα σκηνοθέτες και είναι γυρισμένη το 1981. Θέμα της ταινίας η ιστορία ενός χωριού της Σιβηρίας, που πρόκειται να χαθεί κάτω από τα νερά ενός φράγματος και υποχρεώνει τους κατοίκους ν’ αναζητήσουν αλλού στέγη. Αυτός ο ξεριζωμός που για τους νέους δεν έχει τόση σημασία, ενώ για τους μεγαλύτερους φέρνει την ίδια τη γεύση του θανάτου, γιατί μοιάζει να χάνουν την ίδια τους την ψυχή, παίρνει τη μορφή μιας ελεγείας θανάτου, που καταγγέλλει ο σκηνοθέτης στο όνομα της προόδου.
Εικόνες μαγευτικές, γεμάτες ποίηση και λυρισμό, που οδηγούν στη μεταφυσική του Ταρκόφσκι, χαρακτηρίζουν τον “Αποχαιρετισμό”, που φέρνει τον άνθρωπο δεμένο με τη μαγεία και τη δύναμη της φύσης. Αυτό κυριαρχεί σαν μήνυμα στην ταινία, που παίρνει και την μορφή ενός λυρικού οικολογικού μανιφέστου, γύρω από την καταγγελία του σκηνοθέτη.
Ν. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ
ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ 4/3/88

ΕΛΕΜ ΚΛΙΜΟΦ
Σοβιετικός σκηνοθέτης που γεννήθηκε το 1933 στο Στάλινγκραντ και πέθανε το 2003. Είναι γνωστός για την ντοκιμαντερίστικη οπτική της δουλειάς του και τους γκροτέσκους αντιπαθητικούς ήρωές του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος Γραμματέας της Ένωσης των Σοβιετικών Σκηνοθετών, ενώ γνώρισε την παγκόσμια προβολή με την ταινία “Come and see” (1985), την ιστορία της ενηλικίωσης ενός νεαρού με την ανάμιξή του σαν παρτιζάνου στην Byelorussia, στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Παντρεύτηκε την προικισμένη και πανέμορφη σκηνοθέτη Λαρίσα Σεπτίκο (1938-1979) η οποία δεν πρόλαβε να τελειώσει την σκηνοθεσία της ταινίας “Αποχαιρετισμός” που την τελείωσε ο Κλίμοφ.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Attention: Vulgarity (1959), The Groom (1960), Look, The Sky (1962), Welcome (1964), Adventures of a Dentist (1965), Sport, sport, sport (1970), And Still I Believe (1974), Larisa (1980), Agoniya (1981), Farewell (1983), Come and see (1985).