επιστροφή
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ
MORTE A VENEZIA


Σκηνοθεσία: Λουκίνο Βισκόντι
Σενάριο: Λουκίνο Βισκόντι, Νικόλα Μπανταλούκο, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τόμας Μαν
Ηθοποιοί: Ντεργκ Μπόγκαρντ, Μπγιορν Αντρέζεν, Σιλβάνα Μαγκάνο, Μαρίζα Μπέρενσον, Ρόμολο Βάλι, Καρόλ Αντρέ, Φράνκο Φαμπρίτσι
Χώρα: Ιταλία (Έγχρωμη)
Διάρκεια: 131΄

Βραβεία: Μεγάλο Ειδικό Βραβείο Εικοσιπε- νταετίας στο Φεστιβάλ Καννών

Πρώτη προβολή: Ώρα 8.00 μ.μ.
Δεύτερη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

Ένας ηλικιωμένος συνθέτης σε δημιουργική κρίση αναζητά στη Βενετία χώρους έμπνευσης. Το πάθος του, ωστόσο, επικεντρώνεται στο πρόσωπο ενός εφήβου, που αποτελεί την ενσάρκωση του απόλυτου κάλλους.

Μια ταινία βλεμμάτων με τον Ντερκ Μπόγκαρντ στο απόγειο της καριέρας του.

- Μοντέρνο όσο ποτέ άλλοτε
- Η “Τέχνη για την Τέχνη” κατοικεί σε τάφο πολυτελείας
- Απόλυτη αισθητική ομορφιά εναντίον απόλυτης αισθητικής ομορφιάς
- Η αλήθεια περιφρονεί την ηθική

Γι’ αυτό λέμε πως τα μεγάλα έργα, οι ογκόλιθοι της Τέχνης, ξεπερνούν το ανθρώπινο μέγεθος. Τώρα, ύστερα από 30 χρόνια από τη “γέννηση” του αριστοτεχνικού δημιουργήματος “Θάνατος στη Βενετία” κατάφερα να διεισδύσω στον πυρήνα του. Και αν... όχι, δεν πρόκειται για το “υπαρξιακό αδιέξοδο ενός μεγάλου καλλιτέχνη”. Ούτε πρόκειται για μια ανομολόγητη και ανεκπλήρωτη ομοφυλοφιλική επιθυμία του Βισκόντι. Όλα αυτά τα επιφαινόμενα, τα ερεθίσματα, τα τρέχοντα και αυτονόητα. Η γιγαντιαία διάσταση της ταινίας ταυτίζεται με την αισθητική της. Είναι από τις λίγες φορές στην ιστορία του κινηματογράφου, όπου ο φακός, το ντεκόρ, τα κοστούμια, η κίνηση της μηχανής, όλα όσα απαρτίζουν τα “μέσα” της 7ης Τέχνης, αποκαλύπτουν την ουσία. Από τις ελάχιστες φορές που το σινεμά πετάει τα δεκανίκια της Λογοτεχνίας (διάλογοι, στόρι, αφηγηματική ροή). Ο Λουκίνο Βισκόντι μεταφέρει το ομότιτλο μυθιστόρημα του Τόμας Μαν για να απαλλάξει την οθόνη από τη λογοτεχνική εξάρτηση. Ο Βισκόντι λατρεύει, ταυτίζεται με τον Μαν και ταυτοχρόνως τον.. σκοτώνει. Η Λογοτεχνία μετασχηματίζεται σε πεντακάθαρη κινηματογραφική ύλη. Η αισθητική πραγμάτωση της διαλεκτικής των αντιθέσεων.

Προσέξτε το μνημειώδες φινάλε. Ο Ντερκ Μπόγκαρντ (Γκούσταβ φον Άσενμπαχ) και ο Πολωνός κούκλος - πιτσιρικάς με το όνομα Τάτζιο (Μπγιορν Αντρέζεν) στην παραλία του Λίντο της Βενετίας. Ο πρώτος πνέει τα λοίσθια φλερτάροντας με τον κούκλο. Από την άλλη ο κούκλος ναρκισσεύεται και φλερτάρει με τη φύση. Από ‘δω το ψευδές, από ‘κει το αληθινό. Από ‘δω η μασκαράτα, από την άλλη η ομορφιά. Από ‘δω η επιτήδευση, η υποκρισία, το πρωτόκολλο, η πειθαρχία, η αυτοσυγκράτηση. Από ‘κει το φυσικό, το ένστικτο. Από ‘δω η πολυθρόνα, η νεκροφάνεια, ο τύπος. Από την άλλη ο ορίζοντας, η θάλασσα. Μα είναι τόσο ολοφάνερο. Αν κάποιος μου ζητούσε να περιγράψω το “δια ταύτα” του Βισκόντειου άθλου, χωρίς κανένα δισταγμό θα ‘λεγα “η ζωή διαψεύδει, κουρελιάζει τη συγκεκριμένη ηθική αυτού του αστού καλλιτέχνη”. Ολόκληρο το “σώμα” της ταινίας κατοικείται από αντιθέσεις. Με κορυφαία όλων αυτή ανάμεσα στο “είναι” και το “φαίνεσθαι”. Το αληθινό και το ψευδές. Για να το καταλάβετε αυτό πρέπει διαρκώς να ‘χετε κατά νου μια φράση-κλειδί που διατυπώνεται από τον υλιστή φίλο του ιδεαλιστή Γκούσταβ προς αυτόν: “Η αληθινή Τέχνη περιφρονεί την Ηθική”, του λέει. Γιατί; Μα επειδή η Ηθική είναι έργο των Νόμων και των ανθρώπων. Γιατί η Ηθική είναι καταναγκασμός και γιατί η Τέχνη είναι απελευθέρωση. Η διαρκής πάλη ανάμεσα στο πρέπον και στη Φύση. Ο λάτρης και ελιτίστας της αναγεννησιακής και υψηλής αστικής αισθητικής πάει κόντρα στην... αισθητική του. Ο κόσμος που ζούμε είναι “νεκρός”. Είμαστε μέρος ενός αριστοτεχνικού “ντεκόρ”, ενός “τάφου” πολυτελείας. Είμαστε αποξηραμένα, διακοσμητικά “φυτά”. Νάρκισσοι χωρίς ένστικτο, ανάσα, πνοή, φαντασία, ενέργεια. Χωρίς καν επιθυμίες. Υπέροχα ζόμπι, μιας υπερ-πολυτελούς κηδείας. Και το χειρότερο; Παρασύρουμε το σύμπαν στον τάφο μας.

Τελετάρχης, “αρχιμουσικός” αυτής της “κηδείας” ο δισυπόστατος Γκούσταβ φον Άσενμπαχ. Υποκείμενο και “αντικείμενο” ταυτοχρόνως. Πάσχων και παρατηρών. Μέσα και έξω. Πρωταγωνιστής αυτού του αριστοτεχνικού διακόσμου, αλλά και νεκροθάφτης του. Είναι ο ίδιος ο Βισκόντι ή καλύτερα είναι ο φακός, το βλέμμα του σκηνοθέτη. Γι’ αυτό στο πρώτο μέρος ο Μπόγκαρτ παρατηρεί. Γι’ αυτό η μηχανή “κυκλοφορεί” μέσα στο πλήθος των φιλοξενούμενων του αριστοκρατικού ξενοδοχείου “Des Bains”. Γι’ αυτό ο Βισκόντι χρησιμοποιεί τη στατική κίνηση “πανοραμίκ” (η μηχανή είναι σταθερή αλλά το “βλέμμα” της, ο φακός της, περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της). Αλλά και γι’ αυτό ο Βισκόντι προτιμά τον τηλεφακό. Μα για να αποτυπώσει την έλευση μακρινών ανθρώπινων “αντικειμένων” προς το μέρος του πρωταγωνιστή του χωρίς ποτέ να φτάνουν σ’ αυτόν. Τίποτα δεν “φτάνει” και τίποτα δεν ολοκληρώνεται. Οι πάντες περιφέρονται ναρκισσευόμενοι με την ομορφιά τους. Άνθρωποι-παγώνια. Έτσι το αληθινό (δηλαδή ο άνθρωπος) μεταμορφώνεται σε είδωλο (στον αντικατοπτρισμό του), ερωτευμένος μόνον μ’ αυτόν. Γι’ αυτό - ακόμα - η πολυσύχναστη, τουριστική, Βενετία, αδειάζει από το υπόλοιπο “κοινό” ανθρώπινο “φορτίο”. Το πλήθος αυτής της αριστοκρατικής Βαβέλ (Άγγλοι, Γερμανοί, Ρώσοι, Γάλλοι, Πολωνοί) “σπρώχνεται” από τη μηχανή προς τα... πίσω. Προς την ενσωμάτωσή τους στους τοίχους, στα κάδρα, στους καθρέφτες, στην ταπετσαρία, στα τζάμια, στους θόλους. Διάχυτη νεκροφάνεια μιας τελετουργίας που διαρκεί εσαεί. Ακόμα και το φυσικό τοπίο μολύνεται απ’ αυτή την αριστοτεχνική, αλλά κακοφορμισμένη αισθητική. Πάρτε για παράδειγμα τη μητέρα του Τάτζιο, τη Σιλβάνα Μάγκανο.
Πότε άλλος σκηνοθέτης στην Υφήλιο απογείωσε τόσο ψηλά στο ύψος ενός (κινηματογραφιστή) Μιχαήλ Άγγελου έναν κοινό θνητό. Η απόλυτη ομορφιά. Κι όμως, αυτή η απίστευτη τελειότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά πορτρέτα, ντεκόρ... νεκρή φύση. Ξέρετε γιατί; Επειδή ο Βισκόντι πιστεύει πως το δόγμα “Τέχνη για την Τέχνη” είναι ο θάνατος της Τέχνης. Και πως, επομένως αυτή η αισθητική αντίληψη και αυτή η συγκεκριμένη κοινωνική τάξη που την πρεσβεύει, έκανε τον κύκλο της και έχει εκπνεύσει. Από τις αρχές του αιώνα μας βιώνουμε - λέει - το κύκνειο άσμα της. Όσο περισσότερο παρατείνεται η τεχνητή “αναπνοή” της τόσες περισσότερες συμφορές θα προκαλέσει η ύπαρξή της. Κάποιος επιτέλους θα βγάλει το σωληνάκι από τις δηλητηριασμένες φλέβες αυτού του υπέροχου τυμπανιαίου πτώματος.
Δ. ΔΑΝΙΚΑΣ
ΝΕΑ

Στην αφετηρία αυτού του αριστουργήματος του Βισκόντι δεν βρίσκεται τόσο το ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Μαν (σαφώς κατώτερο της ταινίας), όσο η φράση του Πλάτωνα: “Αυτός που με τα μάτια του είδε την ομορφιά είναι προορισμένος να πεθάνει”. Σε μια φθινοπωρινή Βενετία που μαστίζεται από επιδημία χολέρας, ένας ετοιμοθάνατος συνθέτης συναντάει την απόλυτη ομορφιά στο πρόσωπο ενός εφήβου. Ο συνθέτης ονομάζεται Άσενμπαχ, αλλά παραπέμπει στον Μάλερ, ο οποίος μέσα από τον παρηκμασμένο ρομαντισμό του κατέγραψε τον τραγικό αγώνα ανάμεσα στον Έρωτα και το Θάνατο. Όμως και ο Τόμας Μαν ήταν ένας ρομαντικός συγγραφέας, που μελέτησε σχολαστικά το μεγαλείο και τη μοναξιά του ποιητή στο σύγχρονο κόσμο. Τέλος, υπάρχει η Βενετία των αρχών του 20ου αιώνα, σύμβολο ενός πολιτισμού που καταποντίζεται, παρασύροντας μνήμες από τον Προυστ, τον Βάγκνερ και άλλους καλλιτέχνες που πέρασαν από κει. Ο Μάλερ, ο Μαν, η Βενετία, αλλά πάνω απ’ όλα ο Βισκόντι, ο τελευταίος μεγάλος ρομαντικός σκηνοθέτης, σ’ ένα έργο πλήρους ωριμότητας και αξεπέραστου κάλλους, που κυκλοφορεί σε επανέκδοση και όχι στις άθλιες χιλιοπαιγμένες κόπιες, όπως ενδεχομένως το έχετε δει στο παρελθόν.
ΜΠ. ΑΚΤΣΟΓΛΟΥ
ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Το αριστούργημα του Βισκόντι, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τόμας Μαν, προβάλλεται ξανά στις αίθουσες. Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στη Γαληνοτάτη το 1971, το φιλμ απέσπασε στο Φεστιβάλ Καννών το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο Εικοσιπενταετίας αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις από τους συντηρητικούς πυρήνες των σινεφίλ και των κινηματογραφικών στούντιο εξαιτίας του τολμηρού θέματός του. Η ταινία διαδραματίζεται στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Βισκόντι παρουσιάζει τον κεντρικό ήρωά του Γκουστάβ φον Άσενμπαχ να διασχίζει τα βενετσιάνικα κανάλια με το βαπορέτο. Κατά την παραμονή του Γερμανού συνθέτη φον Άσενμπαχ στην πόλη των Δόγηδων, ο σκηνοθέτης φυλλομετρά νοερά το “άλμπουμ” των αναμνήσεων του ήρωα, παραθέτει την ασυνήθιστη πινακοθήκη των χαρακτήρων του (πλανόδιοι, Ιταλοί μουσικοί, γελωτοποιοί και κυρίες της υψηλής κοινωνίας), “σχολιάζει” το “φαίνεσθαι” και “ξεγυμνώνει” την “ατσαλάκωτη τέλεια” κοινωνία από το φανταχτερό περιτύλιγμά της. vΟ φον Άσενμπαχ, έχοντας βιώσει την αποτυχία και την απογοήτευση, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, ταξιδεύει στη Βενετία για να μαζέψει τα κατεστραμμένα κομμάτια του εαυτού του. Στο πολυτελές ξενοδοχείο που επιλέγει να ξεκουραστεί, συναντά τον άγγελό του, εκείνον που θα τον οδηγήσει στον κατακερματισμό του εαυτού του. Ο Τάτζιο είναι ο έφηβος γιος μιας πολυμελούς οικογένειας που μένει στο ίδιο ξενοδοχείο. Ο ξανθός άγγελος προκαλεί πρωτόγνωρα συναισθήματα στον συνθέτη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρεί τον εαυτό του σωστό οικογενειάρχη. Οι αρχές του καταρρέουν και το ανολοκλήρωτο πάθος του θα έχει τραγική κατάληξη. Υποβλητικές κλασικές συνθέσεις “ντύνουν” τις αισθητικής τελειότητας εικόνες του Βισκόντι. Στην ταινία ακούγονται αποσπάσματα από έργα των Φραντς Λέχαρ, Μόντεστ Μουζόρσκι, Λούντβιχ βαν Μπετόβεν αλλά και συμφωνίες του Μάλερ, του Γερμανού συνθέτη στον οποίο αναφέρεται το φιλμ.
Δ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ

Τότε, το 1971, που πρωτοείδαμε το “Θάνατος στη Βενετία” χάλασε ο κόσμος. Αμφισβητούμενη βέβαια η ταινία από την άποψη της πιστότητας στο μυθιστόρημα του Τόμας Μαν, ήταν (και είναι!) αντιθέτως πολύ πιστή στο δημιουργό της. Είναι η ιστορία ενός ηλικιωμένου Γερμανού συνθέτη - υποτίθεται ότι γράφτηκε το βιβλίο με πρότυπο τον Γκούσταφ Μάλερ (το όνομα του ήρωα μάλιστα, είναι Γκούσταφ φον Ασενμπαχ) - ο οποίος πηγαίνει στη Βενετία στα πρόθυρα αληθινής σωματικής και ψυχολογικής κατάρρευσης.
Με συνοδεία την Τρίτη και την Πέμπτη συμφωνία του Μάλερ ο ήρωάς μας, που τρέμει ότι δεν είναι πια ικανός να συγκινηθεί από τίποτε, ερωτεύεται ιδανικά ένα νεαρό αγόρι... Στην ταινία έσπευσαν να τρέξουν όλοι οι ομοφυλόφιλοι όταν πρόκειται για ένα ευγενέστατο τραγικό έργο, πολύ ανώτερου ήθους από αυτό που περίμεναν οι πονηρεμένοι θεατές. Υπέροχη η αναβίωση της εποχής, ονειρεμένα τα ντεκόρ, τα κοστούμια, τα τοπία, τα πάντα.
Ρ. ΣΩΚΟΥ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ