επιστροφή
Ο ΛΟΓΟΣ
ORDET


Σκηνοθεσία: Καρλ Ντράγιερ
Σενάριο: Καρλ Ντράγιερ από θεατρ. Κάι Μουνκ
Ηθοποιοί: Χένρικ Μάλμπεργκ, Έμιλ Χας Κρίστενσεν, Μπιργκίτ Φέντερσπηλ
Φωτογραφία: Χένινγκ Μπέντσεν
Μουσική: Πουλ Σίρμπεκ
Χώρα: Δανία (Ασπρόμαυρη)
Διάρκεια: 125'

Βραβεία: Χρυσός Λέων Φεστιβάλ Βενετίας 1955

Πρώτη προβολή: Ώρα 8.15 μ.μ.
Δεύτερη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

Δυο οικογένειες αντιμάχονται μεταξύ τους, γιατί ακολουθούν διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω, χωρίς να κατανοούν ότι ο αληθινός χριστιανισμός δεν είναι δόγμα, αλλά αγάπη, λατρεία της ζωής και των συνανθρώπων, ένας επίγειος παράδεισος - και φυσικά πίστη στο θείο Λόγο.

Ο Λόγος στηρίζεται σ’ ένα θεατρικό έργο του Δανού συγγραφέα και ιερέα Κάι Μουνκ, που έγινε εθνικό σύμβολο γιατί το 1944 εκτελέσθηκε από τους Ναζί. Ο Μουνκ είχε μια παιδεία ανάλογη με τον Ντράγιερ. Ορφανός από γονείς, μεγάλωσε μέσα σ’ ένα θρησκευτικό κύκλο που υποστήριζε τις απόψεις του θεολόγου Γκρούντβιγκ, για ένα ζωντανό και δυναμικό χριστιανισμό, που ερχόταν σ’ αντίθεση με την αυστηρότητα του Λουθηρανισμού. Όπως όμως ο Λούθηρος, έτσι κι ο Γκρούντβιγκ επέμενε στην αντιπαράθεση της αμαρτίας και της χάριτος και στήριζε τα πάντα στο θείο Λόγο.
Ο Μουνκ παρευρέθηκε επίσης σε πολλές συγκεντρώσεις της Εσωτερικής Αποστολής, καθαρών λουθηρανών, που είχαν μια πιο τυπική κι αυστηρή αντίληψη για τη θρησκεία.
Οι εμπειρίες του από τα δυο αυτά δόγματα αντανακλούνται στο “Λόγο” όπου βάζει δυο οικογένειες να αντιμάχονται μεταξύ τους, γιατί ακολουθούν διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω.
Ο Ντράγιερ βρήκε στα γραπτά του Μουνκ ένα ιδανικό υλικό, για να συνεχίσει την προβληματική του. Ήδη από το 1932 ήθελε να μεταφέρει το “Λόγο” στην οθόνη, τον πρόλαβε όμως το 1943 ο Γκούσταβ Μολάντερ που γύρισε μια επίσης διάσημη εκδοχή του θεατρικού έργου. Ο Ντράγιερ κράτησε ένα μέρος μόνο της αρχικής δράσης και συγκέντρωσε όλη την προσοχή στο θαύμα που γίνεται στην τελευταία σκηνή. Απ’ όλα τα στοιχεία κράτησε μόνο εκείνα που ήταν αναγκαία για να δώσουν μια υπόσταση στους χαρακτήρες και που κατά κάποιο τρόπο συσχετίζονται με το θαύμα: το προλέγουν, το δικαιολογούν, το δείχνουν σαν κάτι αναμενόμενο: “Το σύνθημά μου στο Λόγο, λέει ο σκηνοθέτης, ήταν να ιδιοποιηθώ τον Κάι Μουνκ και στη συνέχεια να τον ξεχάσω. Μια νέα οργάνωση κι απλοποίηση των γεγονότων είναι αναγκαία. Πρόκειται για μια διαδικασία εξαγνισμού, απ’ όπου καταργούμε καθετί που δεν είναι αναγκαίο”.
Ο Ντράγιερ γύρισε το “Λόγο” στο χωριό όπου διεξάγεται η δράση, με μια τέτοια πιστότητα στις μικρολεπτομέρειες, το ντεκόρ, τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των ηθοποιών, που η ταινία δίνει την αίσθηση ενός αγροτικού ντοκυμαντέρ. Μόνο όμως ένα μέρος της αρχής διεξάγεται στη φύση, η υπόλοιπη ταινία μοιράζει τη δράση της στο σπιτικό των δυο οικογενειών, που όπως είπαμε μισούνται θανάσιμα, για να ξεπεράσουν τέλος τη μισαλλοδοξία και τις προκαταλήψεις τους χάρις στον έρωτα δύο γόνων τους, αλλά και στο γεγονός του θανάτου που παίζει καταλυτικό ρόλο στις σχέσεις τους.
Στο τέλος η πίστη ενός τρελού που πιστεύει ότι είναι ο Χριστός και η αγάπη ενός κοριτσιού για τη μητέρα της, ξαναφέρνουν την τελευταία στη ζωή. Θαύμα ή απλά ένα φαινόμενο νεκροφάνειας που παίρνει διαστάσεις μιας υποτιθέμενης επέμβασης του θείου Πνεύματος; Ο Ντράγιερ προτιμά την πρώτη ερμηνεία, αυτό όμως που τον ενδιαφέρει δεν είναι τόσο το θαύμα αυτό καθαυτό, αλλά οι αλλαγές που τελούνται στους ήρωές του: “Ο άνθρωπος πρέπει να υπολογίζει στο απρόσμενο, να μην είναι ποτέ απόλυτα σίγουρος για την ορθότητα των απόψεών του. Όλοι οι άκαμπτοι χαρακτήρες, ακόμα και οι καλύτεροι, απογυμνώνονται από την ακαμψία τους, η δοκιμασία του θανάτου της Ίνγκερ τους μεταμορφώνει ή καλύτερα τους οδηγεί ν’ ανακαλύψουν τις ζωτικές δυνάμεις που έχουν μέσα τους. Η ανάσταση της Ίνγκερ είναι το σημάδι και σε κάποια πλαίσια η ανταμοιβή γι’ αυτή την ηθική ανάσταση των συνειδήσεων” γράφει ο Ζαν Σεμολυέ, που φθάνει στο σημείο να χαρακτηρίσει την ωριμότητα του “Λόγου”, με την ωριμότητα ενός δημιουργού που έχει γίνει τόσο απόλυτος κυρίαρχος των εκφραστικών του μέσων, ώστε να τα υποτάσσει στον εσωτερικό του κόσμο. Μέσα από την απλότητα του φιλμικού λόγου (που πολλοί συγχέουν με τον ακαδημαϊσμό) φανερώνεται η τέλεια αρμονία ενός σύμπαντος, όπου καθένας γίνεται καλύτερος, τα πρόσωπα γαληνεύουν και οι άνθρωποι ανοίγουν τις εσωτερικές δυνάμεις που έχουν μέσα τους, οι οποίες μπορούν ακόμα και νεκρούς ν’ αναστήσουν.
Έκδοση Studio 1986

ΚΑΡΛ ΝΤΡΑΓΙΕΡ
Γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1889 στην Κοπεγχάγη και πέθανε στις 20 Μαρτίου 1968, αφού άφησε πίσω του ένα έργο που τον ανέδειξε στις πιο κορυφαίες προσωπικότητες του κινηματογράφου. Ύστερα από δύσκολα παιδικά χρόνια, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και στη συνέχεια με το σινεμά. Απ’ το 1913 συντάσσει υπότιτλους, δουλεύει ως μοντέρ και γράφει σενάρια. Γίνεται παγκόσμια γνωστός με το “Πάθος της Ζαν ντ’ Άρκ”, αλλά στη συνέχεια έκανε ελάχιστες ταινίες γιατί τα έργα του δεν είχαν εμπορική απήχηση. Ο Ντράγιερ που βάζει τη γυναίκα στο κέντρο των έργων του, καταγγέλλει τη μισαλλοδοξία και τη δουλεία των ατόμων στην κοινωνία, είτε πρόκειται για ένα στενό οικογενειακό κύκλο, είτε πλατύτερα για το ζυγό των κοινωνικών, θρησκευτικών ή ρατσιστικών προκαταλήψεων. Ο μυστικισμός και το χριστιανικό πνεύμα αρκετών ταινιών του, δεν τον εμποδίζει να είναι προοδευτικός στις απόψεις του και να υμνεί με το έργο του το μεγαλείο του αληθινού έρωτα. Ο κόσμος του Ντράγιερ είναι ένας κόσμος οδύνης και πάθους, αλλά και ελπίδας αφού μέσα απ’ τη δοκιμασία τους οι ήρωες βρίσκουν το σωστό δρόμο και διατηρούν την ηθική τους ακεραιότητα. Ο Ντράγιερ τέλος έδωσε πρωταρχική σημασία στην εξερεύνηση του ανθρώπινου προσώπου, ενώ οι ταινίες του διακρίνονται για την σπάνια πλαστική ομορφιά τους.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
“Ο Πρόεδρος” (1919), “Σελίδες απ’ το ημερολόγιο του Σατανά”, “Η Χήρα του πάστορα” (1920), “Οι απόκληροι” (1921), “Μια φορά κι έναν καιρό” (1922), “Μίκαελ” (1924), “Ο αφέντης του σπιτιού”, “Η νύφη του Γκλόμνταλ” (1925), “Το πάθος της Ζαν ντ’ Άρκ “(1927), “Βαμπίρ” ή “Η παράξενη περιπέτεια του Ντέιβιντ Γκρέυ” (1945), “Ο λόγος” (1955), “Γερτρούδη” (1964). Ο Ντράγιερ γύρισε επίσης ανάμεσα στα 1942-1954 οκτώ ντοκιμαντέρ μικρού μήκους.