επιστροφή
ΤΡΙΣΤΑΝΑ
TRISTANA


Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνουέλ
Σενάριο: Λουίς Μπουνουέλ, Χούλιο Αλεχάντρο
Ηθοποιοί: Κατρίν Ντενέβ, Φερνάντο Ρέι, Φράνκο Νέρο, Χέζους Φερνάντεθ, Λόλα Γκάος,
Χώρα: Ισπανία - Γαλλία (Έγχρωμη)
Διάρκεια: 98'

ΝΑΖΑΡΕΝ
Πρώτη προβολή: Ώρα 8.30 μ.μ.

ΤΡΙΣΤΑΝΑ
Δεύτερη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

Σε επανέκδοση μια κορυφαία ταινία του Μπουνουέλ, ο οποίος παίρνει ένα θρησκόληπτο αφήγημα του Γκάλδος και το κάνει βλάσφημο ποίημα. Ο φετιχισμός της γάμπας, έμμονη ιδέα του Μπουνουέλ, εδώ σε όλο του το μεγαλείο.

Η Τριστάνα, μια νεαρή ορφανή από το Τολέδο, έρχεται να μείνει στο σπίτι του φιλήδονου ηλικιωμένου αριστοκράτη Δον Λόπε, ο οποίος δεν αργεί να την κατακτήσει. Η Τριστάνα φεύγει με έναν ζωγράφο, αλλά επιστρέφει βαριά άρρωστη. Για να σωθεί της ακρωτηριάζουν το πόδι αλλά, αν και ανάπηρη, παίρνει την εκδίκησή της έναντι τον Δον Λόπε.

Σ’ έναν αντρικό κόσμο, μια γυναίκα μετατρέπεται από αθώο κορίτσι σε εκδικητικό άνθρωπο, σε μία μαύρη, με σουρεαλιστικές πενιές, αριστουργηματική κωμωδία.

Μια μελέτη για τον καθολικισμό, την ερωτική επιθυμία, το θάνατο και τη διαστροφή.

Ο Μπουνουέλ γύρισε στην πατρίδα του την Ισπανία αυτή την εξαίρετη διασκευή ενός (κατά δική του ομολογία) άθλιου βιβλίου του Γκαλδός (συγγραφέα επίσης του “Ναζαρέν”). Ο βλάσφημος Ισπανός δημιουργός μας μεταφέρει σε ένα παρακμιακό περιβάλλον ανεκπλήρωτων ερωτικών πόθων, νεκροφιλίας, φετιχοποιημένου ερωτισμού, σοδομαζοχισμού, συμπλέγματος ευνουχισμού και ηδονοβλεψίας (τι αξέχαστη σκηνή αυτή που η Τριστάνα στο μπαλκόνι επιδεικνύει το γυμνό της σώμα στο νεαρό κωφάλαλο). Κι όλα αυτά μέσα από τη συναρπαστική ιστορία μιας γυναίκας με ισχυρή θέληση, που περνάει από την (ερωτική) δουλεία στην ελευθερία, εξευτελίζοντας το αρσενικό φύλο. Θαυμάσιες ονειρικές σεκάνς δίνουν στην ταινία μια σχεδόν σουρεαλιστική διάσταση, στην αφήγηση είναι διάχυτη λεπτή ειρωνεία και πικρόχολη σάτιρα κατά του κλήρου και της μπουρζουαζίας, το ζευγάρι Κατρίν Ντενέβ - Φερνάντο Ρέι είναι ανεπανάληπτο. Ωστόσο, η ταινία διακρίνεται από μια νοσηρή ψυχρότητα που οφείλεται εν μέρει στην παγερή προσωπικότητα της Κατρίν Ντενέβ, αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι η “Τριστάνα” είναι η καλύτερη στιγμή του Μπουνουέλ.
ΜΠ. ΑΚΤΣΟΓΛΟΥ
ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ 15/10/04

Στο Τολέδο της δεκαετίας του ’30 τοποθετεί την ιστορία της ταινίας του ο Λουίς Μπουνουέλ. Η αθώα Τριστάνα (Κατρίν Ντενέβ) βιάζεται από τον μεσήλικα, αντικληρικό σοσιαλιστή κηδεμόνα της (εξαιρετικός ο Ρέι σ’ ένα ρόλο σχεδόν διαβολικό), η οποία στη συνέχεια, προδομένη από τον εραστή της, δέχεται να τον παντρευτεί. Με το πέρασμα του χρόνου κι ενώ αναγκάζεται να ακρωτηριάσει το πόδι της, η Τριστάνα γίνεται σκληρή κι εκδικητική σε αντίθεση με τον μεσήλικα άντρα της που αρχίζει να γίνεται πιο ήπιος και συντηρητικός σε σημείο που να κάνει παρέα με τους παπάδες που αρχικά έβριζε. Μια αριστουργηματική μαύρη κωμωδία, δοσμένη με το απολαυστικό, σαρκαστικό, διανθισμένο με σουρεαλιστικές πινελιές ύφος του μεγάλου Ισπανού δημιουργού.
Ν.Φ. ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 15/10/04

Μπορεί η “Ωραία της ημέρας” να απογείωσε την καριέρα της Κατρίν Ντενέβ, αλλά σίγουρα η “Τριστάνα” είναι η καλύτερη στιγμή της συνεργασίας της με τον Λουίς Μπουνουέλ. Ποτέ ίσως στην ιστορία του σινεμά άλλη ανάπηρη δεν υπήρξε τόσο εκθαμβωτική, τόσο απόμακρη και τόσο επιθυμητή, ταυτόχρονα, όσο η κεντρική ηρωίδα, ανιψιά του εύπορου ευπατρίδη (Φερνάντο Ρει) και ερωμένη του νεαρού, άσημου ζωγράφου (Φράνκο Νέρο). Ερωτικό τρίγωνο, χρήμα εναντίον αθωότητας, παιχνίδια αντιζηλίας και υποταγής, ψυχανάλυση, κοινωνικές συμβάσεις και στη μέση το... αναπηρικό καροτσάκι της Τριστάνα, που υποκύπτει στη μοίρα για να διατηρήσει το δικαίωμα στη ρεβάνς, συμμαχώντας με το χρόνο. Με φόντο την Ισπανία του μεσοπολέμου και τα χρυσοπόρφυρα χρώματα του δειλινού, ο μεγάλος σουρεαλιστής συνθέτει, με σαρκασμό και αισθησιασμό, ένα από τα κλασικά του έργα για το κυνήγι της χίμαιρας - τόσο φρέσκο ύστερα από 35 χρόνια όσο αστραφτερή παραμένει η Κατρίν Ντενέβ τη στιγμή που γυμνώνει το κορμί της ως δωρεά στο ηδονικό βλέμμα του οπισθοχωρούντος κηπουρού.
Α. ΤΥΡΟΣ
ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ 15/10/04

Τα πόδια υπήρξαν πάντα το ευνοούμενο φετίχ του Μπουνουέλ, ενός κινηματογραφιστή στον οποίο Σημειολόγοι και Σία, μονίμως αφιερώνουν σελίδες επί σελίδων ακατανόητων αναλύσεων (Φρόιντ και Λεκάν κυρίως) δίνοντας αναρίθμητες εξηγήσεις στην κάθε του εικόνα, εξηγήσεις που ο ίδιος κορόιδευε, χωρίς όμως και να τις αρνείται. Γεγονός είναι ότι όλες οι ταινίες του είναι βαθύτατα “ισπανικές” ανατρεπτικές και ό,τι άλλο θέλετε, σ’ αυτές όμως, να είσαστε βέβαιοι, ποτέ δεν συμβαίνει αυτό που περιμένετε. Είναι εντελώς απρόβλεπτες. Για να επιστρέψουμε στα πόδια λοιπόν, ο Μπουνουέλ πότε βάζει τους ήρωές του να τα πλένουν ως άλλες Μαγδαληνές και πότε να τα κόβουν, όπως εδώ η Κατρίν Ντενέβ. Το τι συμβαίνει λοιπόν σ’ αυτήν την ταινία με το συμπρωταγωνιστή της Ντενέβ ο οποίος στην αρχή είναι φτωχός και κηδεμών ενώ ύστερα γίνεται πλούσιος και εραστής έως σύζυγος, δεν λέγεται. Εν ολίγοις, μια ταινία λιγότερο ανατρεπτική από άλλες του, αλλά που θα σας προκαλέσει δέος, θαυμασμό και χιλιάδες απορίες, ερωτήματα χωρίς απάντηση.
ΡΟΖΙΤΑ ΣΩΚΟΥ
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΥΝΟΥΕΛ
Γεννήθηκε στην Καλάντα της Αραγωνίας στις 22 Φεβρουαρίου 1900 και πέθανε στο Μεξικό το 1983. Γόνος πλούσιας οικογένειας σπούδασε στο κολλέγιο Ιησουϊτών και αργότερα φιλοσοφία και λογοτεχνία στη Μαδρίτη, όπου γνωρίστηκε με τους Νταλί και Λόρκα. Το 1924 πηγαίνει στο Παρίσι, μπαίνει στον κύκλο των σουρεαλιστών και γίνεται βοηθός του Ζαν Επστάιν χωρίς να έχει ιδιαίτερες κινηματογραφικές γνώσεις. Σε συνεργασία με τον Νταλί γυρνά τις δυο πρώτες αυθεντικά σουρεαλιστικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου: “Ένας Ανδαλουσιανός σκύλος” (1928) και “Η χρυσή εποχή” (1930), που απαγορεύεται. Επιστρέφει στην Ισπανία όπου γυρνά το σκληρό ντοκυμανταίρ “Γη χωρίς ψωμί” (1932) που επίσης απαγορεύεται. Δουλεύει στη συνέχεια σαν τεχνικός εργαστηρίου και διευθυντής παραγωγής, ενώ το τέλος του ισπανικού εμφύλιου πολέμου τον βρίσκει στην Αμερική. Το Χόλυγουντ δεν μπορεί ν’ αξιοποιήσει το ταλέντο του και ο Μπουνουέλ πηγαίνει στο Μεξικό, όπου ξεκινά μια δεύτερη κινηματογραφική καριέρα, υπογράφοντας αρχικά ταινίες του εμπορικού κυκλώματος: “Γκραν Καζίνο” (1947), “Ο μεγάλος θεραπευτής” (1949). Με το “Λος Ολβιντάντος” (1950), που βραβεύεται στις Κάννες, ο σκληρός ρεαλισμός συναντιέται με την σουρεαλιστική ατμόσφαιρα κι επιτρέπει στον Μπουνουέλ να συνεχίσει με πιο προσωπικά έργα: “Σουζάνα η διεφθαρμένη” (1950), “Η κόρη της απάτης”, “Το ανέβασμα στον ουρανό”, “Μια γυναίκα χωρίς αγάπη” (1951), “Το κτήνος”, “Ροβινσών Κρούσος” (1952), “Ανεμοδαρμένα ύψη”, “Η αυταπάτη ταξιδεύει με τραμ” (1953), “Ο ποταμός και ο θάνατος” (1954), και “Η εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ” (1955). Η επιτυχία της τελευταίας αυτής ταινίας επιτρέπει στον Μπουνουέλ το γύρισμα ορισμένων συμπαραγωγών με τη Γαλλία. “Αυτό λέγεται αυγή”, “Ο θάνατος σ’ αυτόν τον κήπο” (1956), “Ο πυρετός ανεβαίνει στο Ελ Πάο” (1959), ή τις Η.Π.Α., “Το κορίτσι” (1960). Ενδιάμεσα όμως γυρίζει το “Ναζαρέν” (1959) που ο αντικληρικός τόνος του προετοιμάζει το έδαφος για την αριστουργηματική “Βιριδιάνα” (1961), πρώτη ταινία στην Ισπανία από το 1932. Από δω και πέρα ο Μπουνουέλ θα εργαστεί κυρίως στη Γαλλία, όπου σε συνεργασία με τον Ζαν Κλωντ Καριέρ θα δώσει τα πιο ώριμα έργα του.
Βλάσφημος, άθεος, αντι-κληρικός, καυτηρίασε τη “διακριτική χάρη” και υποκρισία της αστικής τάξης και μίλησε μ’ ένα προσωπικό τρόπο για τα φαντάσματα του έρωτα, του νόμου και του απαγορευμένου. Στα τελευταία έργα του επέστρεψε και πάλι στη σουρεαλιστική ελευθερία της “Χρυσής εποχής” και παρά τα βαθιά γεράματά του παρέμεινε ένας από τους πιο μοντέρνους και σημαντικούς σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου.
Η υπόλοιπη φιλμογραφία του κλείνει με τις ταινίες: “Ο εξολοθρευτής άγγελος” (1962), “Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας” (1964), “Ο Σίμων της ερήμου” (1965), “Η ωραία της ημέρας” (1967), “Ο γαλαξίας” (1969), “Τριστάνα” (1970), “Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας” (1972), “Το φάντασμα της ελευθερίας” (1974), “Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου” (1977).