επιστροφή
ΟΥΓΚΕΣΟΥ ΜΟΝΟΓΚΑΤΑΡΙ
UGETSU MONOGATARI


Σκηνοθεσία: Κένζι Μιζογκούτσι
Σενάριο: Ματσουτάρο Καβαγκούτσι, Γιόντα Γιοσικάντα από νουβ. Ουέντα Ακινάρι και Μωπασάν
Ηθοποιοί: Μασαγιούκι Μόρι, Σακαέ Οζάβα, Ματσίκο Κύο, Κινούγιο Τανάκα, Μιτσούκο Μίτο
Φωτογραφία: Κασούο Μιγιακάβα
Μουσική: Φούμιο Χαγιασάκα
Χώρα: Ιαπωνία (Ασπρόμαυρη)
Διάρκεια: 96΄

Βραβεία:
- Χρυσός Λέων Φεστιβάλ Βενετίας 1953
- Χρυσή Δάφνη Αμερικανικής Ακαδημίας
- Συγκαταλέγεται στις 12 καλύτερες ταινίες από καταβολής κινηματογράφου

Πρώτη προβολή: Ώρα 8.30 μ.μ.
Δεύτερη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

"Οι ιστορίες της χλωμής σελήνης μετά τη βροχή", όπως μεταφράζεται το "Ουγκέτσου Μονογκατάρι" είναι, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε, μια από τις ωραιότερες ταινίες στην Ιστoρία του κινηματογράφου.
Ο Μιζογκούτσι και ο σεναριογράφος του Γιοσικάτα έκαναν μια ιδιοφυή σύνθεση δυο ιστοριών του συγγραφέα Ουέντα Ακινάρι και μιας νουβέλας του Μωπασάν, όπου το δραματικό στοιχείο συναντά το λυρικό, η ρεαλιστική πραγματικότητα παίρνει άλλες διαστάσεις με την επέμβαση του υπερφυσικού, και τα αιώνια θέματα του πολέμου, του χρήματος, της αγαπης και της φενάκης φωτίζονται με μια τέλεια σε πλαστικότητα κι αρμονία φωτογραφία.
Σ' ένα χωριό της μεσαιωνικής Iαπωνίας που σπαράζεται από τους εμφύλιους πολέμους, ο Γκενζούρο, ένας φτωχός αγγειοπλάστης ονειρεύεται πλούτη κι ο γαμπρός του Τομπέι το πώς θα γίνει ένδοξος Σαμουράι. Ξεκινούν μαζί με τις γυναίκες τους να πουλήσουν την πραμάτεια τους στην πόλη, στο δρόμο όμως αποφασίζουν να συνεχίσουν μόνοι τους γιατί φοβούνται τους πειρατές της περιοχής. Οι δυο γυναίκες έχουν τραγική κατάληξη την ίδια στιγμή που ο Γκενζούρο γοητεύεται απο μια πανέμορφη και μυστηριώδη πριγκήπισσα, ενώ ο Τομπέι γίνεται Σαμουράι λέγοντας ψέματα ότι σκότωσε ένα στρατηγό του αντίπαλου στρατοπέδου.
Μιλώντας για την ταινία ο σεναριογράφος Γιοσικάτα, χαρακτηρίζει το "Ουγκέτσου Μονογκατάρι" σαν «έναν ηθικό θρήνο για τη συμπεριφορά μιας ανθρωπότητας που την έχει χαλάσει και σακατέψει ο πόλεμος. Οι δυο ήρωες θέλουν να είναι κύριοι της μοίρας τους, με την έννοια ότι σκέφτονται πως ο παροξυσμός της επιθυμίας τους θα οδηγήσει και στην πραγμάτωσή της. Κι έτσι δέχονται από μόνοι τους την τραγική κατάσταση. Ο πόλεμος φέρνει πάντα μαζί του ένα στοιχείο τρέλας, όπου προβάλλονται οι πραγματικότητες της ύπαρξης. Ο πόλεμος δεν είναι παρά μια απατηλή υπόσχεση ευτυχίας, που τρέφεται με περισσότερη πεποίθηση στους φτωχούς ανθρώπους. Το "Ουγκέτσου Μονογκατάρι" είναι το χρονικό του ανεκπλήρωτου όνειρου, της ελπίδας που διαψεύστηκε. Είναι, κατά βάθος, κυριολεκτικά η ιστορία της βροχής και του φεγγαριού. Στο τέλος οι δυο άνδρες γυρίζουν στο σπίτι τους μετανιωμένοι. Το ταξίδι τους παίρνει τις διαστάσεις μιας μύησης στις έννοιες του καλού και του κακού, που τους οδηγεί στην αυθεντική συνειδητοποίηση της ευτυχίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Το τίμημα όμως είναι μεγάλο».
Η ταινία είναι φτιαγμένη με απόλυτη συμμετρία. Κάθε σκηνή έχει μια δεύτερη αντίστοιχή της: δυο ταξίδια στην πόλη, δυο σκηνές πλιάτσικου, δυο σκηνές βίας, δυο εμφανίσεις φαντασμάτων, δυο επιστροφές στο χωριό. Η αφήγηση ακολουθεί ως ένα σημείο την τύχη των δυο οικογενειών, για να συνοδέψει τον κάθε ήρωα στην ξεχωριστή του περιπέτεια στην πόλη, ώσπου να βρεθούν πάλι όλοι στο χωριό (ζωντανοί και πεθαμένοι). Έχουμε μ' άλλα λόγια μια τέλεια ισορροπία, όπου κάθε στοιχείο βρίσκει το αντίστοιχό του σ' ένα συνεχές πήγαινε-έλα των δυνάμεων της φύσης και της ζωής: η φενάκη και το τέλος της χίμαιρας, η δόξα και η ντροπή, η ζωή και ο θάνατος, ο πλούτος και η φτώχεια, το ταξίδι και η επιστροφή.
Η τέλεια πλαστικότητα του κάδρου, το μεγαλείο της φωτογραφίας, η κατανομή των φωτοσκιάσεων και των στοιχείων του ντεκόρ έχουν την αισθητική αρμονία της γιαπωνέζικης στάμπας. Το κάδρο όμως είναι δυναμικό, συμμετέχει στον προβληματισμό της ταινίας δείχνοντας ένα φυσικό Σύμπαν που αγκαλιάζει με την απεραντοσύνη του τον άνθρωπο και τονίζει το εφήμερο των πράξεών του.
Το "Ουγκέτσου Μονογκατάρι" βραβεύτηκε το 1953 στη Βενετία και συγκαταλέγεται στις 12 καλύτερες ταινίες από καταβολής κινηματογράφου.

ΚΕΝΖΙ ΜΙΖΟΓΚΟΥΤΣΙ
Γεννήθηκε στο Τόκιο στις 16 Μαϊου 1898 και πέθανε στο Κυότο στις 24 Αυγούστου 1956 από λευχαιμία. Γιός ξυλουργού μεγάλωσε μέσα σε τρομερή φτώχεια και σαν παιδί παραβρέθηκε στην πώληση της μεγάλης του αδελφής σαν γκέισας, κάτι που είχε μεγάλη επίδραση στην προβληματική των ταινιών του. 'Υστερα από μια άστατη εφηβεία γίνεται σκηνοθέτης στα 24 του γυρίζοντας ταινίες - παραγγελίες. Mαζί με τον Κινουγκάσα βάζει τις βάσεις του καλλιτεχνικού γιαπωνέζικου κινηματογράφου κι αποκτά μια σχετική καλλιτεχνική ελευθερία. Γύρισε συνολικά πάνω από 100 ταινίες, που έχουν σα βασικό θέμα την κριτική της σύγχρονης ή φεουδαρχικής κοινωνίας και τη μοίρα της γυναίκας μέσα σε μια κοινωνία πολωμένη στις παραδοσιακές και μοντέρνες δυνάμεις. Η πλαστικότητα των έργων του, ο ουμανισμός του και η τέχνη της αφήγησης, τοποθετούν το Μιζογκούτσι στις κορυφαίες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, ενώ υπάρχουν πολλοί σκηνοθέτες όπως ο Στράουμπ που τον θεωρούν ως τον πιο σημαντικό δημιουργό της 7ης τέχνης.

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ (Επιλεκτική):
Η χώρα των προγόνων (1923), Ανοιξιάτικοι ψίθυροι μιας χάρτινης κούκλας (1926), Η συμφωνία μιας μεγάλης πόλης (1929), Οι αδελφές της Τζιόν, Η ελεγεία της Νανίβα (1936), Ιστορία των όψιμων χρυσάνθεμων(1939), Οι 47 Ρόνιν (1941), Πέντε γυναίκες γύρω απ ' τον Ουταμάρο (1946), Η ζωή της Ο ' Χάρου (1952), Ουγκέτσου Μονογκατάρι, Οι μουσικοί της Τζιόν (1953), Ο επιστάτης Σάνσο, Οι σταυρωμένοι εραστές (1954), Η Αυτοκράτειρα Γιανγκ Κβέι Φέι, Ο ιερόσυλος ήρωας (1955), Ο δρόμος της ντροπής (1956).

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΡΦΑΝΗΣ
"ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΠΑΙΔΙ"
Από το “Διπλή πόλη”

Ένα σημείο στον τοίχο μου μετακινείται συνεχώς.
Το νεκρό παιδί θα είναι που ψάχνει
τα παλιά φυλαχτά του.
Γύρισε και με κοιτάζει
σαν έντομο άφοβο πάνω στην ματιά μου.
Κάρφωσε τις πρόκες στα δωμάτια
και περιμένει να κρεμάσω τις φωτογραφίες.
Θυμάται συνέχεια Κυριακές, θυμάται συνέχεια δώρα
πρόσωπα σκυμμένα στο μαξιλάρι του
μια κρυψώνα που κάποτε θα κρυφτεί
ένα σπίτι που δεν πρέπει να λερώνει
πυροτεχνήματα σβησμένα στο μυαλό του
φωτισμένα τρένα στο σταθμό.
Σήκω, μου λέει, σήκω
όνειρο κάτω από τ’ αλάτι σαπισμένο.
Φεύγει το τρένο, φεύγει κι ο ουρανός.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
Από την "Παραβολή"

Είναι η μητέρα μου στον δρόμο
διστακτική πως κάτι ξέχασε να αγοράσει,
πως της έφυγε ο χρόνος χωρίς να τελειώσουν οι δουλειές.
Καθυστέρησε παραπάνω στα καταστήματα
και γυρίζει σπίτι ανήσυχη.
Είναι κι ο πατέρας μου στον άλλο δρόμο.
Χάνεται στο πλήθος της αγοράς.
Ακούγεται συνομιλώντας με έναν έμπορο
πάνω από το ταμείο.
Φαίνεται μια στιγμή μετρώντας τα χρήματά του
κρατώντας ένα δίχτυ με ψώνια
ύστερα πάλι τον σκεπάζουν αυτοκίνητα και καπνοί.
Άραγε θα ρώτησαν και σήμερα για μένα;
Θα ζήτησαν ένα μήνυμά μου από κάπου;
Ένα σημείο ζωής στην ξενιτειά της πόλης
ή με θεωρούν άφαντο, οριστικά νεκρό;