επιστροφή
O ΕΡΑΣΤΗΣ
L’ AMANT


Σκηνοθεσία: Ζαν-Ζακ Ανό
Σενάριο: Ζεράρ Μπράχ από το μυθιστόρημα της Μαργκερίτ Ντιράς
Ηθοποιοί: Τζέιν Μαρτς, Τόνι Λέουνγκ, Φρεντερίκ Μενινζέ, Αρνό Τζιοβανινέτι, Μεβίλ Πουπό
Μουσική: Γκάμπριελ Γιάρντ
Χώρα: Γαλλία, Αγγλία (Έγχρωμη)
Διάρκεια: 113΄

Πρώτη προβολή: Ώρα 8.15 μ.μ.
Δεύτερη προβολή: Ώρα 10.30 μ.μ.

Μπορεί η Ντιράς, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, να μην ικανοποιήθηκε με την τελική μορφή της ταινίας, προσωπικά όμως νομίζουμε πως ο Ανό κατάφερε να φτιάξει ένα έργο πολύ ανώτερο από το λογοτεχνικό “Εραστή”.
Στην αρχή ήταν το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαργκερίτ Ντιράς (1984). Γύρω από ένα σκανδαλώδη δεσμό της συγγραφέα, σε εφηβική ηλικία, μ’ έναν πλούσιο Κινέζο, στην Ινδοκίνα στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Το 1989 ο Ζαν-Ζακ Ανό αποφασίζει να γυρίσει το βιβλίο σε ταινία. Ένας σκηνοθέτης που είχε κιόλας πίσω του βραβευμένες ταινίες με μεγάλη καλλιτεχνική αλλά και εμπορική επιτυχία: “Ο πόλεμος για τη φωτιά”, “Το όνομα του Ρόδου”, “Η αρκούδα”. Ταινίες με διαφορετικά θέματα, δοσμένες όμως πάντα με ξεχωριστή ανθρωπιά και τρυφερότητα, με τη μηχανή να παραμένει κοντά στα πρόσωπα (αλλά και τα ζώα, όπως την αρκούδα του) και να καταγράφει με επιμονή αλλά και αγάπη τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους.
Με βάση τον προϋπολογισμό μιας υπερπαραγωγής (27 εκατομμύρια δολάρια), σε μια γαλλοαγγλική συμπαραγωγή, αλλά και μία καλλιτεχνική συνέπεια που δεν παραλείπει καμιά λεπτομέρεια (όπως το πλοίο από την Κύπρο και η λιμουζίνα Μόρις του 1929 από τις ΗΠΑ, που μεταφέρθηκαν για τους σκοπούς της ταινίας στο Βιετνάμ, ενώ ο ίδιος ο Ανό είδε σε “οντισιόν” 7000 νεαρά κορίτσια μέχρι που να βρει την κατάλληλη ηρωίδα του, τη 17χρονη Αγγλίδα Τζέιν Μαρτς), ο σκηνοθέτης κατάφερε να φτιάξει μία ταινία το ίδιο συναρπαστική με τις προηγούμενες, στρέφοντας το κύριο ενδιαφέρον του στην ερωτική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη μικρή 15χρονη ηρωίδα του και τον 32χρονο Κινέζο.
Την ιστορία αφηγείται στα αγγλικά η Ζαν Μορό (που εκπροσωπεί την Ντιράς στη σημερινή ηλικία της) με τη χαρακτηριστική φωνή της, μετατρέποντας το πρώτο πρόσωπο, από ένα σημείο κι ύστερα, σε τρίτο, για να τονίσει την απόστασή της από τα δρώμενα, ενώ μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται η ιστορία της νεαρής ηρωίδας από την πρώτη της συνάντηση με τον Κινέζο, στο πλοίο που διασχίζει τον ποταμό Μεκόνγκ, ως τη στιγμή της επιστροφής της στη Γαλλία, για να μετατραπεί στη διάσημη συγγραφέα που ξέρουμε.
Ο Ανό σκιτσάρει με πειστικότητα την Ινδοκίνα της εποχής, με τους ορυζώνες, την παλιά Σαϊγκόν, τις πολυσύχναστες και “απαγορευμένες” συνοικίες της, με την καθημερινή ζωή και τα έθιμα των κατοίκων της αλλά και τη ζωή και το ρατσισμό των Γάλλων αποίκων.
Εκείνο όμως που τον ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι η σχέση ανάμεσα στους δυο πρωταγωνιστές του. Το πρώτο σεξουαλικό ξύπνημα της νεαρής κοπέλας και το ερωτικό πάθος του Κινέζου, ένα πάθος που τον κάνει να υποταχθεί πλήρως σ’ αυτήν, αντίθετα μ’ εκείνη που κρατάει πάντα μιαν απόσταση απ’ αυτόν, προσπαθώντας να τον πείσει ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η ηδονή και το χρήμα του.
Οι σκηνές τους στο μισοφωτισμένο δωμάτιο (την γκαρσονιέρα του Κινέζου σε μια πολυσύχναστη εμπορική συνοικία της Σαϊγκόν), με το τροπικό φως να διαπερνάει τα παντζούρια, τις φωνές των περαστικών αλλά και των μικροπωλητών να διεισδύουν σ’ αυτό, ενώ τα κορμιά τους, σφιχτά δεμένα, είτε πάνω στο κρεβάτι είτε στο πάτωμα, επιδίδονται σε τολμηρές σεξουαλικές πράξεις (σε σημείο που να φαίνονται ότι αυτές γίνονται στην πραγματικότητα αν και η πρωταγωνίστρια το αρνήθηκε), είναι εκείνες που καθορίζουν και το όλο κλίμα της ταινίας. “Κάνε μου ό,τι κάνεις στις άλλες ερωμένες σου”, του λέει, με φυσικότητα και χωρίς κανένα φόβο την πρώτη φορά που βρίσκονται μαζί, η εντελώς άπειρη κοπελίτσα (ένα ρόλο που έδωσε με ξεχωριστή ευαισθησία η εύθραυστη Τζέιν Μαρτς).
Ο έρωτας γι’ αυτήν δεν είναι τίποτα το τρομερό ή το βίαιο, που της προκαλεί φόβο ή πόνο. Αντίθετα, είναι κάτι που μπορεί και καταφέρνει να το γευτεί και να το απολαύσει (πολύ σωστά η γαλλική λογοκρισία επέτρεψε την προβολή της ταινίας για όλες τις ηλικίες). Πράγμα που φαίνεται να σόκαρε μερικούς. Όμως, ο Ανό καταφέρνει ακριβώς αυτό που δεν καταφέρνουν οι περισσότερες ερωτικές ταινίες. Αποφεύγοντας γαργαλιστικές σκηνές τύπου “Εμανουέλα” ή “Μαλιτσία”, ο Γάλλος σκηνοθέτης μας δίνει τη σεξουαλική πράξη (και στη συνέχεια τον έρωτα) από την τρυφερή, την όμορφη και μοναδική πλευρά του (ποιος αλήθεια ανεγκέφαλος υποστήριξε πως η ερωτική πράξη είναι βίαιη και κτηνώδης;). Την πλευρά εκείνη που σε αγγίζει άμεσα, σε συγκινεί και ταυτόχρονα σου προκαλεί θλίψη. Θλίψη γιατί τελειώνει αλλά και γιατί, στη συγκεκριμένη ταινία, ξέρεις από την αρχή πως θα τελειώσει μια για πάντα, όταν η ηρωίδα φύγει για το Παρίσι.
Η ταινία είναι γεμάτη όμορφες, συγκινητικές σκηνές: όπως εκείνη της πρώτης επαφής στην παλιά λιμουζίνα με τον Κινέζο (άλλη εξαιρετική ερμηνεία από τον Τόνι Λέουνγκ, γνωστό ηθοποιό του κινηματογράφου του Χονγκ Κονγκ) να τρέμει όταν ετοιμάζεται να ανάψει τσιγάρο, ενώ θα ακολουθήσει το πρώτο άγγιγμα των χεριών τους, ή εκείνες τις (μοναδικές) σκηνές του έρωτα στο δωμάτιο που αναφέραμε, ιδιαίτερα εκείνη όταν ο Κινέζος την αναγκάζει να του πει ότι το κάνει μόνο για τα χρήματά του, για να μπορέσει έτσι πιο εύκολα να την ξεχάσει (πράγμα που βέβαια δεν θα καταφέρει).
Ή εκείνη του γάμου του Κινέζου όπου η κοπέλα τον παρακολουθεί από μακριά και βλέπουμε μόνο φευγαλέα τη νύφη, ή ακόμα εκείνη της κοπέλας στο πλοίο, όταν φεύγει για τη Γαλλία, κι όπου ένα κομμάτι κλασικής μουσικής την κάνει τελικά να αναγνωρίσει πως τον αγάπησε. Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε την ειρωνική ματιά του Ανό πάνω στις σχέσεις των δύο διαφορετικών κοινωνιών και του ρατσισμού των ξένων, στη σκηνή όπου ο Κινέζος καλεί την οικογένεια της κοπέλας σε τραπέζι.
Ν. Φ. ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 14/2/92

Ένα ισόγειο μπλε δωμάτιο με μοναδικό φως τον απογευματινό ήλιο και μέσα στους ήχους της αγοράς. Ένας ανεμιστήρας στο ταβάνι, μια στοιχειώδης επίπλωση, ένα τεράστιο κρεβάτι στη μέση και πάνω του δυο κορμιά μετά την ερωτική έκσταση. Εκείνος, ένας τριανταδυάχρονος Κινέζος της Σαϊγκόν του ’20, πάμπλουτος και αργόσχολος. Ένας αληθινός δανδής της Άπω Ανατολής, που περιμένει τη μέρα του γάμου του με μια πάμπλουτη γυναίκα, την οποία δεν έχει δει ποτέ. Εκείνη είναι μόλις δεκαπεντέμισι ετών, μέλος της γαλλικής κοινότητας και κόρη μιας μισότρελης Γαλλίδας, που μετά το θάνατο του άνδρα της οδηγήθηκε στην οικονομική καταστροφή.
Ένας Κινέζος και μια λευκή, ένας ερωτικά ώριμος άνδρας και μια άπειρη, αλλά με έφεση στον έρωτα ανήλικη, ένας πλούσιος και μια φτωχή: τα δύο αυτά ολόγυμνα κορμιά έχουν παραβιάσει όλα τα ρατσιστικά, ηθικά και κοινωνικά ταμπού που μπορεί ν’ ανεχτεί η συντηρητική κοινωνία της Ινδοκίνας του 1920. Κι επειδή το μέλλον των δύο εραστών είναι προδιαγραμμένο και κανείς τους δεν είναι διατεθειμένος ν’ αγωνιστεί ν’ αλλάξει το αναπόφευκτο του χωρισμού, βιώνουν τον έρωτα ως μια φυσική πράξη, απογυμνωμένη από το όποιο ρομαντικό πάθος. Είναι δυο κορμιά που επικοινωνούν ερωτικά, σεξουαλικά, αρνούμενα κάθε άλλη δέσμευση, με μια επιμονή που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού.
Μεταφέροντας στην οθόνη το διάσημο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Μαργκερίτ Ντιράς, ο Ζαν-Ζακ Ανό επικεντρώνει το ενδιαφέρον του πάνω στο θέμα της επικοινωνίας δύο σωμάτων που κάνουν έρωτα σχεδόν απεγνωσμένα, με οδύνη. Είναι φυσικό μια τέτοια αντιμετώπιση να εξόργισε τη συγγραφέα, που θα προτιμούσε μια ταινία πάνω στη μνήμη εκείνης της εποχής, πάνω στα πρότυπα του “Χιροσίμα αγάπη μου”. Ωστόσο ο Ζαν-Ζακ Ανό καταφέρνει να κάνει ένα συναρπαστικό έργο, που χωρίς να προδίδει το μυθιστόρημα της Ντιράς, του δίνει μια άλλη διάσταση, η οποία υπήρχε σε υπολανθάνουσα κατάσταση στο λογοτεχνικό κείμενο.
Η ανασύσταση της εποχής και η εμμονή στις μικρολεπτομέρειες είναι αξιοθαύμαστη και αιτιολογούν τον τεράστιο προϋπολογισμό της ταινίας, που είναι μια από τις ακριβότερες γαλλικές παραγωγές. Το εγχείρημα του Ανό πάντως δεν θα δικαιωνόταν πλήρως, αν δεν είχε την τύχη να βρει μια χαρισματική πρωταγωνίστρια, την Τζέιν Μαρτς, που σήκωσε επάξια το βάρος της ταινίας στους ώμους της. Ειδική μνεία, τέλος, πρέπει να κάνουμε για τη μουσική του Γκάμπριελ Γιαρντ, που είναι αναμφίβολα ο καλύτερος Γάλλος συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής.
ΜΠ. ΑΚΤΣΟΓΛΟΥ
ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ 12/2/92

ΖΑΝ-ΖΑΚ ΑΝΟ
Γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου 1943, στο Ile-de-France, Γαλλία. Σπούδασε Φιλολογία στη Σορβόνη, Παρίσι. Του απαγορεύτηκε η είσοδος στην Κίνα λόγω της ταινίας του “Επτά χρόνια στο Θιβέτ”. Υπήρξε μέλος της Επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών (1982).

ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Νοirs et blancs en couleur (1976), Coup de tete (1979), La Guerre du feu (1981), Le Nom de la rose (1986), L’ Ours (1988), L’ Amant (1992), Wings of Courage (1995), Seven Years in Tibet (1997), Enemy at the gates (2001), Two brothers (2004).